ἄκρος

ἄκρος, α, ον 1. с острым краем, остроконечный; 2. крайний (напр., πούς ἄκρος ступня); 3. высший, отличный (ср. акробат; англ. eager)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἄκρος" в других словарях:

  • ἄκρος — at the farthest point masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκρος — α, ο (Α ἄκρος, α, ον) 1. αυτός που βρίσκεται στην άκρη, ακρινός, ακριανός, ακραίος 2. αυτός που έφτασε στον ανώτατο βαθμό τής ιδιότητας του, πρώτος, υπέροχος, έξοχος 3. (για καταστάσεις) απόλυτος, πλήρης, τέλειος 4. (ως μαθημ. όρος, συνήθ. στον… …   Dictionary of Greek

  • άκρος — α, ο 1. αυτός που βρίσκεται στο πιο μακρινό σημείο: Εκείνος, όπως είπαν, ήταν ο άκρος σταθμός του σιδηροδρόμου. 2. αυτός που φτάνει στον ανώτατο βαθμό: Επικρατούσε άκρα σιωπή. 3. υπερβολικός: Αυτοί ως χτες ήταν άκροι φίλοι (βλ. και άκρο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακρόσ. быть достаточный, — [соос] εκ. целый, нетронутый, невредимый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκρότερον — ἄκρος at the farthest point adverbial comp ἄκρος at the farthest point masc acc comp sg ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτάτων — ἄκρος at the farthest point fem gen superl pl ἄκρος at the farthest point masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτέρων — ἄκρος at the farthest point fem gen comp pl ἄκρος at the farthest point masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρότατα — ἄκρος at the farthest point adverbial superl ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρότατον — ἄκρος at the farthest point masc acc superl sg ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκρως — ἄκρος at the farthest point adverbial ἄκρος at the farthest point masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτάταις — ἄκρος at the farthest point fem dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.